Lifelong Learning Programme

This project has been funded with support from the European Commission.
This material reflects the views only of the author, and the Commission cannot be held responsible for any use which may be made of the information contained therein

Also available in:

"I Am Not Scared" Project

Homepage > Case Studies > Document

Case Studies

TITLE OF THE CASE STUDIES:

Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο γυναικών

SCENARIOS OF BULLYING EVENT::
  • Direct bullying
CAUSES OF BULLYING EVENT::
  • Non-especific
FACTUAL DESCRIPTION OF THE BULLYING EVENT:


Στις 26 Μαίου 2009, ημέρα Τρίτη και ώρα 18:30, και ενώ οι εκπαιδευόμενοι ήταν στις αίθουσες διδασκαλίας, στο διάδρομο ακούστηκαν έντονοι διαπληκτισμοί μεταξύ δύο γυναικών. Η Γραμματέας του σχολείου βγαίνοντας από το γραφείο της Διεύθυνσης για να δει τι συμβαίνει, είδε μία εκπαιδευόμενη του Α’ Κύκλου (την Μαρία), να κατεβαίνει τις σκάλες κλαίγοντας. Από την εξωτερική κατάσταση της Μαρίας, δηλαδή τραβηγμένα ρούχα, ακατάστατα μαλλιά, κοκκινισμένο πρόσωπο, κατάλαβε ότι, εκτός του λεκτικού καυγά, θα πρέπει να είχε προηγηθεί και σωματική πάλη μεταξύ τους. Σε ερώτησή της τι συμβαίνει, η Μαρία απάντησε «τίποτα» και έφυγε από το σχολείο. Για τις επόμενες δύο ημέρες η Μαρία απουσίαζε από το σχολείο.

RESPONSE IMPLEMENTED:

Η Γραμματέας αμέσως ενημέρωσε τον Διευθυντή για το περιστατικό, ο οποίος πήρε στο κινητό την Μαρία αλλά δεν απάντησε στην κλήση του. Όταν παρουσιάστηκε πάλι στο σχολείο, ημέρα Παρασκευή, ο Διευθυντής την κάλεσε στο γραφείο, προκειμένου να


διερευνήσει τα αίτια τόσο της έκτακτης φυγής της από το σχολείο όσο και για τη 2ήμερη
απουσία της. Η Μαρία ήταν απρόθυμη να του δώσει σαφείς εξηγήσεις. Από τα συμφραζόμενα, όμως κατάλαβε ότι είχε δημιουργηθεί μια έντονη αντιπαράθεση από την αρχή της σχολικής χρονιάς με μια άλλη εκπαιδευόμενη του ιδίου τμήματος, την Ελένη, χωρίς ωστόσο αυτό να έχει γίνει αντιληπτό από το εκπαιδευτικό προσωπικό. Στη συνέχεια, ο Διευθυντής προέβη στη διερεύνηση του θέματος, πρώτα με τους εκπαιδευόμενους του τμήματος και ύστερα με τους εκπαιδευτικούς και τη Σύμβουλο Ψυχολογίας του σχολείου.
Από τη διεξοδική συζήτηση του θέματος και την ανταλλαγή απόψεων, έγινε σαφές ότι επρόκειτο για καταφανή περίπτωση ενδο-σχολικού εκφοβισμού με άσκηση ψυχολογικής και σωματικής βίας εις βάρος της Μαρίας. Με στόχο αφ’ ενός τη καταπολέμηση του φαινομένου αυτού και αφ’ ετέρου την εξομάλυνση της κατάστασης μεταξύ των δύο εκπαιδευομένων, αποφασίστηκαν οι εξής ενέργειες:
• Η Σύμβουλος Ψυχολόγος θα καλούσε πρώτα για συζήτηση την κάθε μία εκπαιδευόμενη χωριστά, προκειμένου να διερευνηθούν τα πραγματικά αίτια αυτής της εχθρικής συμπεριφοράς εκ μέρους της Ελένης, αλλά και του δισταγμού και αποφυγής της Μαρίας να μιλήσει για τις σωματικές και λεκτικές επιθέσεις που δεχόταν. Στη συνέχεια, θα τις καλούσε σε κοινή συνεδρία, με στόχο την εξομάλυνση της επικοινωνίας μεταξύ τους.
• Η Σύμβουλος Ψυχολόγος, σε συνεργασία με εξωτερικούς ειδικούς συνεργάτες της, ανέλαβε να πραγματοποιήσει επιμορφωτικό σεμινάριο στο χώρο του σχολείου, προκειμένου να ενημερωθούν πληρέστερα τόσο οι εκπαιδευόμενοι όσο και οι εκπαιδευτικοί για το φαινόμενο του εκφοβισμού και τους τρόπους αντιμετώπισής του.
• Ο Υπεύθυνος καθηγητής του τμήματος θα έκανε μια διερευνητική συζήτηση με το τμήμα, προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι αφορμές ή/και οι συνθήκες που πυροδοτούσαν αυτές τις συμπεριφορές.
Ορίστηκε επόμενη συνάντηση, προκειμένου να ενημερωθεί ο Σύλλογος Διδασκόντων για την πορεία των διερευνητικών προσπαθειών καθώς και για τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών.

IMPACT OF THE BULLYING ACTION:

H Μαρία (27 ετών), μοναχοπαίδι, είχε μεγαλώσει στο Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας αλλά ζούσε τα τελευταία 8 χρόνια με τους γονείς της στην Αθήνα, καθώς η μητέρα της εργαζόταν ως θυρωρός σε μια πολυκατοικία. Από διάφορες συζητήσεις μαζί της, είχε γίνει γνωστό ότι η μητέρα της ήταν ιδιαίτερα καταπιεστική και απαιτητική από την Μαρία. Η ίδια, όμως, δήλωνε ότι δεν είχε ιδιαίτερες ικανότητες ή χαρίσματα-ταλέντα για να ανταποκρίνεται και να καταξιώνεται στα μάτια της μητέρας της, αλλά είχε βάλει ως στόχο της τουλάχιστον να πάρει το απολυτήριο Γυμνασίου και να συνεχίσει σε ΕΠΑ.Λ.
Τους πρώτους μήνες στο σχολείο δεν ήταν ιδιαίτερα επικοινωνιακή, ή εκδηλωτική με τους συνεκπαιδευόμενους της, και όπως δήλωνε, δεν την ενδιέφεραν οι παρέες, ήθελε μόνο να τελειώσει το Γυμνάσιο με «καλό βαθμό».
Μετά τα Χριστούγεννα, όμως, έκανε κάποιες προσπάθειες για να «μπει στη παρέα». Όπως αποδείχθηκε αργότερα, σε αρκετές περιπτώσεις έπαιζε το ρόλο του μεταφορέα ειδήσεων ή/και φημών, χωρίς ωστόσο η ίδια να αντιλαμβάνεται ότι χειραγωγείτο από τρίτους ή ότι η συμπεριφορά της αυτή, ως «παπαγαλάκι», θα έφερνε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτό που η ίδια επιθυμούσε.
Οι εντάσεις και οι δυσαρέσκειες που δημιουργήθηκαν, την απομόνωσαν ακόμη περισσότερο ενώ μόνιμο άγχος της ήταν να μην μάθει τίποτα η μητέρα της γιατί, όπως δήλωνε, θα τη «σκότωνε».
Η Μαρία προσπαθούσε να αποφύγει πάσα θυσία τις εντάσεις με την Ελένη, πολλές φορές μάλιστα δεν έδινε συνέχεια στην προκλητική και προσβλητική συμπεριφορά της Ελένης εις βάρος της. Συχνά έμπαινε αργοπορημένη στο μάθημα, ή έβγαινε νωρίτερα για διάλειμμα, κάθε φορά με στόχο να αποφύγει τη συνάντηση με την Ελένη.

POINT OF VIEW OF VICTIM:


Η Μαρία φαινομενικά έδειχνε ένα ήσυχο άτομο το οποίο ενδιαφερόταν μόνο για την πρόοδό της στο σχολείο. Σταδιακά όμως εμφανίστηκαν κάποιες αρνητικές πτυχές του χαρακτήρα της, μάλλον απόρροια του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο ζούσε, που έχρηζε ιδιαίτερη προσοχή στην αντιμετώπισή της ως άτομο και ως εκπαιδευόμενη. Γενικά χαρακτηριστικά της η εσωστρέφεια, οι παγιωμένες απόψεις και εμμονές της σε αρκετά θέματα, η δυσπιστία και η έντονη ανασφάλεια. Δεν δημιουργούσε όμως προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του σχολείου.
Σχετικά με το συγκεκριμένο περιστατικό, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει την αντιπάθεια που εκδήλωνε η Ελένη προς το πρόσωπό της. Δεν αισθανόταν ότι την είχε βλάψει σε τίποτα.

POINT OF VIEW OF BULLYING STUDENT(S):

Η Ελένη, 37 ετών, παντρεμένη με 2 κόρες, ενώ φαινομενικά ήταν μια γυναίκα «τσαούσα», στην ουσία, όπως αποδείχθηκε μέσα από τις συζητήσεις με την ψυχολόγο, ήταν ένα πολύ ανασφαλές άτομο με εμφανή ψυχικά σημάδια καταπιεσμένης γυναίκας, η οποία βίωνε την ενδο-οικογενειακή βία τόσο στο πατρικό της όσο και στη δική της προσωπική οικογένεια.
Σχετικά με τη Μαρία, η ίδια δήλωνε ότι «της ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι όταν την έβλεπε» ενώ καυχιόταν ότι «εγώ, θα καταφέρω να διώξω από το σχολείο αυτό το ‘βλαμμένο’.» Εκμεταλλευόταν δε κάθε ευκαιρία για γελοίους μορφασμούς εις βάρος της Μαρίας και, με κάθε ευκαιρία, την εκφόβιζε ότι θα την χτυπούσε. Η τακτική της αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αποκλείσει τη Μαρία από την ενεργή συμμετοχή της στη μαθησιακή διαδικασία.
Τελικά, η Ελένη μη αντέχοντας τη «σιωπηλή» αποδοκιμασία της σχολικής κοινότητας για την αναίτια εχθρική συμπεριφορά της εναντίον της Μαρίας, και μη μπορώντας να ξεσπάει πλέον σε κάποιο εξιλαστήριο θύμα της, σταμάτησε να έρχεται στο σχολείο, προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι είχε πιάσει δουλειά.

POINT OF VIEW OF OTHER STUDENTS:

Οι εκπαιδευόμενοι είχαν γίνει μάρτυρες διαφόρων φραστικών επεισοδίων μεταξύ των δύο εκπαιδευομένων από την αρχή της σχολικής χρονιάς, παρατηρώντας ότι η Ελένη ήταν ιδιαίτερα προκλητική και προσβλητική προς τη Μαρία. Απέτυχαν δε σε κάθε προσπάθειά τους να εκλογικεύσουν την Ελένη ώστε να σταματήσει να συμπεριφέρεται εχθρικά προς τη Μαρία, τις περισσότερες φορές μάλιστα, αναίτια. Στο τέλος, έπαψαν να ασχολούνται και απλά την μάλωναν ή την αποδοκίμαζαν, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή η Ελένη θα σταματούσε να «τα βάζει με την Μαρία».

POINT OF VIEW OF TEACHERS:

Στην αρχή οι εκπαιδευτικοί δεν είχαν αντιληφθεί αυτή την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο γυναικών. Όταν, όμως, ο Διευθυντής έφερε το θέμα στο Σύλλογο ευαισθητοποιήθηκαν και έδειξαν έντονο ενδιαφέρον, έτσι ώστε αναλύοντας την κατάσταση αυτή με τη βοήθεια της Ψυχολόγου, να κατανοήσουν τα ερείσματα και τις συνέπειες τέτοιων συμπεριφορών.
Κρίθηκε δε σκόπιμο, ο υπεύθυνος καθηγητής του τμήματος να εμπλέξει όλους τους εκπαιδευόμενους σε συζήτηση με στόχο τη διερεύνηση των αίτιων και αφορμών αυτών των συμπεριφορών, και φυσικά, την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσά τους.

POINT OF VIEW OF SCHOOL DIRECTORS:

Όταν έπεσε στην αντίληψή του, ο Διευθυντής έδρασε άμεσα προκειμένου να διερευνήσει τα αίτια τόσο για τη φυγή της Μαρίας από το σχολείο όσο και για την 2-ήμερη απουσία της.
Ταυτόχρονα, έφερε το θέμα προς συζήτηση στο Σύλλογο Διδασκόντων, και με τη συμβολή της Ψυχολόγου Συμβούλου, αποσαφηνίστηκαν τόσο τα αίτια όσο και οι αφορμές για τη συμπεριφορά αμφότερων των εμπλεκομένων εκπαιδευομένων. Οι τρόποι με τους οποίους αποφασίστηκε να δράσουν διάφορα μέλη του Συλλόγου ήταν προς όφελος τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των εκπαιδευομένων.

POINT OF VIEW OF THE PARENTS OF THE PUPILS INVOLVED:

Οι μαθητές στο Σχολείο Δεύτερης ευκαιρίας είναι ενήλικες

POINT OF VIEW OF THE COUNSELLOR IN THE SCHOOL:

Οι συνεδρίες που διεξήγαγε η Σύμβουλος Ψυχολόγος με τις 2 εκπαιδευόμενες, η ανατροφοδότηση της Συμβούλου προς το Σύλλογο σχετικά με τις συνεδρίες, και η διενέργεια του επιμορφωτικού σεμιναρίου στο χώρο του σχολείου, σχετικά με το θέμα του εκφοβισμού και τους τρόπους αντιμετώπισής του, συνέβαλαν αποτελεσματικά στην επαναφορά της ομαλότητας στη σχολική κοινότητα.

POINT OF VIEW OF POLICY MAKERS:

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παρουσία Συμβούλου Ψυχολόγου στο σχολείο, αφ’ ενός παρείχε τη δυνατότητα για άμεση και αποτελεσματική δράση για την αναχαίτιση του φαινομένου, αφ’ ετέρου συνέβαλλε στην ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση όλων των εμπλεκομένων – Διευθυντή, εκπαιδευτικοί, εκπαιδευόμενοι. Επιπλέον, η γνώση που αποκτήθηκε από το ενημερωτικό σεμινάριο σχετικά με το θέμα του σχολικού εκφοβισμού, κρίνεται ανεκτίμητη τόσο για τους εκπαιδευτικούς όσο και για τους εκπαιδευόμενους.

CONCLUSIVE DEDUCTIONS:

Συμπερασματικά, επισημαίνονται τα ακόλουθα:
• -Η καθυστερημένη και κυρίως τυχαία αποκάλυψη του συγκεκριμένου περιστατικού θα πρέπει να αποδοθεί στην αδυναμία μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης παρόμοιων περιστατικών. Ως κύρια αιτία θεωρούμε αφ’ ενός την καθυστερημένη τοποθέτηση στο σχολείο εκπαιδευτικών όλων των ειδικοτήτων και αφ’ ετέρου την εξίσου καθυστερημένη πρόσληψη Συμβούλου Ψυχολόγου. Η παρουσία τόσο του συνόλου των εκπαιδευτικών που πλαισιώνουν το σχολείο όσο και του Συμβούλου Ψυχολόγου από την αρχή του εκπαιδευτικού έτους, θα διασφάλιζε την έγκαιρη διαμόρφωση ενός πλαισίου μέσα στο οποίο θα μπορούσε να διεξαχθεί συζήτηση, παράλληλα με τη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων στην αρχή του σχολικού έτους καθώς και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων των υποψηφίων εκπαιδευομένων, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό Λειτουργίας των Σ.Δ.Ε., καθώς αυτή η πρακτική θα παρείχε πληροφορίες για το οικογενειακό και κοινωνικό υπόβαθρο των υποψηφίων οι οποίες θα ήταν δυνατόν να αξιολογηθούν κατάλληλα.
• Στα πλαίσια της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας, οι ομαδικές συνεδρίες βοηθούν στην ομαλή ένταξη των νέων εκπαιδευομένων στην ομάδα-τάξη και στην πορεία διευκολύνουν την ανάπτυξη των δυναμικών εκείνων που επιτρέπουν τη δημιουργία και εμπέδωση θετικού κλίματος. Από την άλλη πλευρά συνεισφέρουν στην έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων που προκύπτουν στις σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευομένων. Βέβαια, μέσα στα καθήκοντα των εκπαιδευτικών, ειδικά σε ένα σχολείο ενηλίκων, τα παραπάνω εντάσσονται μέσα στα γενικότερα παιδαγωγικά τους καθήκοντα σε μια σχέση στενής συνεργασίας με τον/ την Σύμβουλο Ψυχολόγο.
• Εξίσου σημαντικό κρίνεται η διενέργεια συνεδριάσεων του Συλλόγου των Διδασκόντων σε τακτά χρονικά διαστήματα, με συζητήσεις σχετικά με θέματα που εντάσσονται όχι μόνο μέσα στα στενά διδακτικά πλαίσια αλλά και στο γενικότερο κλίμα της τάξης, καθώς επίσης και στην ποιότητα και διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ των μελών της ομάδας, έτσι ώστε η ενημέρωση να έχει ως αποδέκτες τα υπόλοιπα μέλη του Συλλόγου των διδασκόντων και τη Διεύθυνση του σχολείου.
• Ωστόσο, οφείλουμε να αποδεχτούμε το γεγονός ότι η ομάδα-τάξη είναι ένας οργανισμός ο οποίος αυτορυθμίζεται, συχνά χωρίς να απαιτείται παρέμβαση τρίτων. Επειδή οι εκπαιδευόμενοι είναι ενήλικες, πολλές φορές προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ τους επιλύονται από τους ίδιους είτε με συζήτηση στην οποία συμμετέχουν όλα τα μέλη της ομάδας είτε με παρέμβαση αυτών που εκ των πραγμάτων έχουν «ηγετικό» ρόλο στην ομάδα, με προφανές κίνητρο την διατήρηση ομαλού κλίματος μέσα στο οποίο θα ευνοείται η διαδικασία της απόκτησης γνώσεων και δεξιοτήτων. Το ζητούμενο, βέβαια, από τους εκπαιδευτικούς και τον Σύμβουλο Ψυχολόγο είναι το όριο που σηματοδοτεί την παρέμβασή τους σε περίπτωση προβλήματος.
• Θετικό σημείο στη συγκεκριμένη μελέτη περίπτωσης είναι η κινητοποίηση και εμπλοκή όλων ανεξαιρέτως των παραγόντων του σχολείου, με ανάλογο βαθμό συμμετοχής του καθενός, στη διερεύνηση, αντιμετώπιση και επίλυση του προβλήματος καθώς επίσης και η πρωτοβουλία για ενημέρωση σχετικά με το θέμα του σχολικού εκφοβισμού.
• Ο εκ των φαινομένων «θύτης» μετατράπηκε σε θύμα, αφενός βιώνοντας τον αποκλεισμό από την ομάδα και αφετέρου χάνοντας τη «δεύτερη ευκαιρία» για επανένταξη στο εκπαιδευτικό σύστημα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου.

Comments about this Case Study


I Am Not Scared Project
Copyright 2017 - This project has been funded with support from the European Commission

Webmaster: Pinzani.it