Lifelong Learning Programme

This project has been funded with support from the European Commission.
This material reflects the views only of the author, and the Commission cannot be held responsible for any use which may be made of the information contained therein

Also available in:

"I Am Not Scared" Project

Homepage > Case Studies > Document

Case Studies

TITLE OF THE CASE STUDIES:

«Θα σου δείξω εγώ…»

SCENARIOS OF BULLYING EVENT::
  • Indirect bullying
CAUSES OF BULLYING EVENT::
  • Non-especific
FACTUAL DESCRIPTION OF THE BULLYING EVENT:

Η μητέρα της Α.Α εισέρχεται στο γραφείο του Διευθυντή του σχολείου έξαλλη, φωνάζοντας: «Δεν πάει άλλο αυτό που συμβαίνει στο παιδί μου. Φωνάξτε τα παιδιά που ήταν στο λεωφορείο να σας πουν τι έγινε». Ο διευθυντής της ζητά να ηρεμήσει και της προτείνει να καθίσει και να του πει ό,τι την απασχολεί.
Από τα λεγόμενά της προκύπτουν τα εξής:
Επί ένα μήνα μετά τη μετεγγραφή της κόρης της- A.A- στο νέο σχολείο, η Α.Α δέχεται επανειλημμένα αρνητικά σχόλια και «μπηχτές», τόσο για την ίδια όσο και την οικογένειά της, καθώς και απειλές από τη συμμαθήτριά της, Γ.Γ. Οι δύο μαθήτριες μετακινούνταν από το σπίτι τους προς το σχολείο με σχολικό λεωφορείο. Ένα πρωινό η Γ.Γ ακολουθώντας πάλι την ίδια, προηγούμενη τακτική της ειρωνείας και των απειλών, έσπρωξε την Α.Α την ώρα που κατέβαινε από το λεωφορείο και ισχυρίστηκε πως δεν το έκανε επίτηδες, αλλά ότι κάποιος άλλος που ερχόταν πίσω της την έσπρωξε και αυτή με τη σειρά της έσπρωξε την Α.Α. Τα κορίτσια λογομάχησαν και πιάστηκαν στα χέρια, αλλά ευτυχώς οι συμμαθητές τους που παρακολούθησαν όλη τη φάση κατάφεραν και τις απομάκρυναν. Αυτό το συμβάν ήταν η αφορμή για να ξεδιπλωθεί το κουβάρι ενός περιστατικού έμμεσου-λεκτικού εκφοβισμού που επί ένα μήνα «βασανίζει» την Α.Α.

RESPONSE IMPLEMENTED:

Ο Διευθυντής προσπάθησε να ηρεμήσει τη μητέρα για να μπορέσουν να συνεννοηθούν και να καταλάβει τι είχε γίνει και σε τι αναφερόταν η μητέρα της Α.Α. Επίσης ζήτησε από κάποιον καθηγητή να φωνάξει την Α.Α στο γραφείο του για να ακούσει τι έχει να πει από την πλευρά της. Η Α.Α επανέλαβε στο Διευθυντή του σχολείου όσα είχε εκμυστηρευτεί και στη μητέρα της πριν δύο ημέρες. Από την ημέρα που ήρθε στο σχολείο η Γ.Γ δε σταμάτησε να την πειράζει, να τη συκοφαντεί, να την ειρωνεύεται και να την απειλεί. Η ίδια προσπαθούσε να μην αντιδρά, ούτε να ανταπαντά σε ό,τι η Γ.Γ την «κατηγορούσε». Ο Διευθυντής συμβούλευσε εκείνη την ώρα και τη μητέρα και τη μαθήτρια Α.Α και υποσχέθηκε πως θα τηλεφωνήσει στο διπλανό σχολείο στο οποίο είχε μετεγγραφεί η Γ.Γ, για να ζητήσει από το Διευθυντή να του μεταφέρει και την άποψη της Γ.Γ για όλο το γεγονός και αν έκριναν μαζί με τον άλλο Διευθυντή ότι έπρεπε να επανέλθουν στο γεγονός, θα το έκαναν. Τελειώνοντας, η Α.Α ζήτησε να μιλήσει ιδιαιτέρως μόνο με μια καθηγήτρια του σχολείου, με την οποία είχε αρχίσει να αποκτά σιγά-σιγά λίγο θάρρος και παρακάλεσε να μη μάθουν κάτι οι υπόλοιποι καθηγητές.
Η καθηγήτρια εκείνη κουβέντιασε αρκετή ώρα με το παιδί, το οποίο της εκμυστηρεύτηκε πως η Γ.Γ την απειλεί γιατί ο φίλος της την παράτησε και ξεκίνησε να κάνει παρέα με την Α.Α. Αυτό ήταν και το κλειδί όλης της υπόθεσης.
Ο Διευθυντής με προσεκτικές ενέργειες προσπάθησε να αντλήσει πληροφορίες από τους καθηγητές του σχολείου για τις δύο αυτές μαθήτριες και ζήτησε από αυτούς να συμβουλεύσουν κατάλληλα τους μαθητές έτσι ώστε να προαχθούν ο σεβασμός και τα προκοινωνικά στοιχεία στις σχέσεις μεταξύ όλων των συμμαθητών και συμμαθητριών. Από την πλευρά των καθηγητών ήταν κοινή η ομολογία πως δεν είχαν διαπιστώσει κάτι ιδιαίτερο στη σχέση των δύο μαθητριών. Η μεν Α.Α ήταν ένα ήσυχο παιδί, χωρίς να προσέχει όμως ιδιαίτερα στο μάθημα και συνεπώς να έχει χαμηλή σχολική επίδοση. Είχε δυο-τρεις φίλους στο σχολείο με αποτέλεσμα να περνά συχνά το διάλειμμα μόνη της και να κατακλύζεται από ένα γενικότερο αίσθημα μοναξιάς. Η δε Γ.Γ διακρινόταν για την παρορμητικότητα και τη χαμηλή ενσυναίσθησή της. Συμπέρανε έτσι, πως η αιτία αυτής της ανάρμοστης συμπεριφοράς είναι προσωπική, κάτι που του επιβεβαίωσε και η καθηγήτρια με την οποία είχε κουβεντιάσει η μαθήτρια Α.Α.
Οι απόψεις των μαθητών διίστανται γιατί κάποιοι από αυτούς είτε είχαν επηρεαστεί, είτε ανήκαν στην παρέα της μίας ή της άλλης πλευράς.
Οι υπόλοιποι μαθητές, τόσο αυτοί που ενδεχομένως είχαν ακούσει κάποιες από τις ειρωνείες ή τις απειλές της Γ.Γ, όσο και εκείνοι οι οποίοι είχαν παρευρεθεί στο συμβάν που έλαβε χώρα στο σχολικό λεωφορείο, αλλά και είχαν ακούσει τη λογομαχία των δύο κοριτσιών, δε θέλησαν να αναφέρουν κάτι στο διευθυντή ή σε κάποιον από τους καθηγητές του σχολείου.

IMPACT OF THE BULLYING ACTION:

Βασικές επιπτώσεις του εκφοβισμού ήταν η κοινωνική απομόνωση της Α.Α, αφού η Γ.Γ ασκούσε περισσότερη επιρροή στους συμμαθητές τους. Πολύ συντονισμένα αγνοούσαν την Α.Α και την περιφρονούσαν. Οι συκοφαντίες, οι ειρωνείες, οι απειλές είχαν πλήξει κατά κόρον τις διαπροσωπικές σχέσεις της Α.Α. Το κουτσομπολιό και η διάδοση κακών φημών, την είχαν αποκλείσει από όλες τις παρέες. Αυτό αποτέλεσε σημαντικό, ανασταλτικό παράγοντα που δυσκόλευε την Α.Α να αναφέρει κάτι από ό,τι τη βασάνιζε επί ένα μήνα.
Ο συναισθηματικός αντίκτυπος από την όλη αυτή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, κυμαινόταν από μια απλή αίσθηση δυσφορίας τη στιγμή που διαδραματιζόταν η εκφοβιστική συμπεριφορά μέχρι τη θλίψη καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, που εντεινόταν όταν η Α.Α ετοιμαζόταν κάθε πρωί να πάει στο σχολείο.
Πέρα από την αναμενόμενη χαμηλή σχολική επίδοση, η συνολική σχολική εμπειρία μετατρέπεται σε καθημερινό εφιάλτη, αφού η Α.Α προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κάνει σκασιαρχείο από το σχολείο ή να αρνείται να πάει στο σχολείο. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που η Α.Α ήταν επιρρεπής στην κατάθλιψη-κάτι που φαινόταν στο πρόσωπό της- δεδομένο που ίσως ερμηνεύεται σε κάποιο βαθμό από την αίσθηση ανημποριάς και αδυναμίας.

POINT OF VIEW OF VICTIM:

Από την ώρα που η Γ.Γ είδε στο σχολείο την Α.Α, της συμπεριφερόταν πολύ άσχημα. Όποτε την έβλεπε ή περνούσε από μπροστά της, η Α.Α άκουγε τα δυσμενή σχόλια της Γ.Γ για την ίδια, αλλά και για την οικογένειά της. Βρισιές, κοροϊδίες, απρεπείς χειρονομίες και κάποιες φορές και εκφοβισμοί, «εκτοξεύονταν» από την Γ.Γ εις βάρος της Α.Α. Την συκοφαντούσε στους συμμαθητές τους και την πείραζε κατ'
επανάληψη και σε ενοχλητικό βαθμό και την προσέβαλλε γενικότερα με λόγια και βωμολοχίες. Η ίδια (Α.Α) προσπαθούσε να μην αντιδρά, ούτε να ανταπαντά σε ό,τι η Γ.Γ την «κατηγορούσε». Μάντευε πως η Γ.Γ αντιδρούσε έτσι γιατί ο φίλος της την παράτησε και ξεκίνησε να κάνει παρέα με την Α.Α.
Δεν ένιωθε άνετα να μιλήσει σε κάποιον, γιατί φοβόταν μήπως ετικετοποιηθεί ως δειλή και γίνει στόχος εντονότερου εκφοβισμού. Πίστευε επίσης, πως δεν μπορούσε να γίνει κάτι με το πρόβλημα που αντιμετώπιζε –αφού δε σχετιζόταν με το σχολείο- και πως ίσως ήταν θέμα χρόνου να σταματήσει η άσχημη συμπεριφορά της Γ.Γ.

POINT OF VIEW OF BULLYING STUDENT(S):

Σύμφωνα με όσα μάθαμε για το περιστατικό από το Δ/ντη του νέου σχολείου της Γ.Γ και όχι από την ίδια– η οποία είχε ήδη μετεγγραφεί στο νέο της σχολείο όταν έγινε γνωστό όλο το περιστατικό- αλλά τύχαινε να επιβαίνει στο ίδιο λεωφορείο με την Α.Α- η Γ.Γ ισχυρίστηκε πως η Α.Α ήταν αυτή που της μίλησε πρώτη και μάλιστα άσχημα. Πρόσθεσε ότι τις τελευταίες ημέρες η Α.Α την προκαλούσε με τα λεγόμενά της. Όσο για το σπρώξιμο της Α.Α στο σχολικό λεωφορείο, υποστήριξε ότι την έσπρωξε κάποιος συμμαθητής της και αυτή με τη σειρά της παρέσυρε την Α.Α. Τέλος, δεν παραδέχτηκε τις ύβρεις, τις ειρωνείες και τις απειλές με τις οποίες είχε προσβάλλει την Α.Α., ούτε σχολίασε το λόγο για τον οποίο αντιδρούσε έτσι ως προς τη συμμαθήτριά της.

POINT OF VIEW OF OTHER STUDENTS:

Από τους μαθητές που παρευρίσκονταν στο λεωφορείο, άλλοι επιβεβαίωσαν το γεγονός κρατώντας ουδέτερη στάση απέναντι στα δυο κορίτσια, ενώ άλλοι ανέφεραν πως κάθονταν σε καθίσματα μακριά από τις δύο κοπέλες και δεν κατάλαβαν τι έγινε. Κάποιοι άλλοι υποστήριξαν πως αν και τα κορίτσια δε μιλούν καθόλου μεταξύ τους, όταν θα μιλήσουν σίγουρα θα τσακωθούν. Από αυτούς, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που από τα λεγόμενα των δύο κοριτσιών- και περισσότερο εκείνοι που είχαν ακούσει τις κοροϊδίες και τις απειλές της Γ.Γ- είχαν καταλάβει πως υπάρχει προσωπικός λόγος, μια αντιζηλία μεταξύ της Α.Α και Γ.Γ και δε θεωρούσαν απαραίτητο να ενημερώσουν κάποιον για αυτό. Έτσι αγνοούσαν το γεγονός και έμεναν απαθείς.
Η γενικότερη στάση των υπόλοιπων μαθητών απέναντι σε αυτές τις δύο μαθήτριες ήταν η στάση του «δεν είχαμε και πολλά-πολλά με την κοπέλα».

POINT OF VIEW OF TEACHERS:

Οι καθηγητές δεν είχαν διαπιστώσει κάποια άσχημη συμπεριφορά της Γ.Γ προς την Α.Α, αφού και τα δύο κορίτσια δεν είχαν δώσει κάποια συγκεκριμένη αφορμή μπροστά στους καθηγητές τους. Οι απόψεις των περισσοτέρων συγκλίνουν στην άποψη πως :
- η Α.Α (θύμα) ήταν μία ευπαρουσίαστη κοπέλα. Ήταν άτομο «κλειστό» και «χαμηλών τόνων». Δεν είχε καθόλου καλή σχολική επίδοση και έλειπε αρκετές φορές τις πρώτες ώρες από το σχολείο. Είχε μόνο δυο-τρεις φίλους και στο διάλειμμα πολλές φορές καθόταν μόνη. Δύο-τρεις καθηγητές «μπήκαν στον κόπο» και φώναξαν τη μητέρα της Α.Α για να της επισημάνουν την κακή επίδοση της κόρης της και δεν είχαν προσεγγίσει περισσότερο το κορίτσι.
- Η Γ.Γ ήταν ένα παιδί που δεν «έπαιρνε» από συμβουλές σύμφωνα πάντα με την άποψη των καθηγητών. Διακρινόταν για την παρορμητικότητα, την αγένεια και τη χαμηλή ενσυναίσθησή της.
«Έπεσαν από τα σύννεφα», όταν ο Διευθυντής του σχολείου-με αφορμή την άσχημη διαπροσωπική σχέση των κοριτσιών- τους προέτρεψε να μιλήσουν στους μαθητές για το σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύουν όλοι στην προσωπικότητα του άλλου.
Αποφάσισαν να είναι πιο προσεκτικοί και παρατηρητικοί στις σχέσεις και επικοινωνίες των μαθητών τους και να ενημερώνουν για ό,τι μαθαίνουν και εκτός του σχολικού χώρου για τους μαθητές και το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για το καλό των μαθητών και μόνο.

POINT OF VIEW OF SCHOOL DIRECTORS:

Το πρόβλημα της ανάρμοστης συμπεριφοράς της Γ.Γ έγινε γνωστό στο Διευθυντή του σχολείου από τη μητέρα της Α.Α (θύμα) η οποία πήγε στο σχολείο να διαμαρτυρηθεί για την τρόπου που αντιμετωπίζει η Γ.Γ την κόρη της. Ο Διευθυντής προσπάθησε να ηρεμήσει τη μητέρα η οποία άρχισε να φωνάζει και να του πει τι είχε γίνει. Μόλις έμαθε τα όσα συνέβαιναν εις βάρος της Α.Α, συμβούλευσε κατάλληλα τη μητέρα και την Α.Α και τηλεφώνησε και στο Διευθυντή του άλλου σχολείου στο οποίο είχε μετεγγραφεί η Γ.Γ μήπως και μπορέσει να αντλήσει πληροφορίες και για την άλλη πλευρά για να έχει μια σφαιρική άποψη για το όλο συμβάν. Έπειτα –χωρίς να εκθέσει τις δύο μαθήτριες- προσπάθησε να αντλήσει πληροφορίες από τους καθηγητές του σχολείου για τις μαθήτριες αυτές. Έπειτα, με αφορμή μια συνεδρίαση που είχε προγραμματιστεί, ζήτησε από τους καθηγητές του σχολείου του να κάνουν ό,τι μπορούν για να ωθούν προς τα πάνω την αυτοεκτίμηση των μαθητών, αλλά και να συμβουλεύσουν κατάλληλα τους μαθητές έτσι ώστε να σέβονται τους μεγαλύτερους και τους συμμαθητές τους. Επεσήμανε τέλος, πως το σχολείο αποτελεί καθοριστικό φορέα κοινωνικοποίησης, καθώς στο σχολικό περιβάλλον περνούν τα παιδιά το μεγαλύτερο κομμάτι της ημέρας τους, μεταξύ των
ομηλίκων τους, εκτιθέμενα σε πληθώρα εμπειριών -θετικών και αρνητικών- που συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση της κοινωνικής συμπεριφοράς τους, αλλά και στη διάπλαση της νοοτροπίας, των στάσεων και των αξιών τους.

POINT OF VIEW OF THE PARENTS OF THE PUPILS INVOLVED:

Η μητέρα της Α.Α υποστήριξε πως η κόρη της έκανε αδικαιολόγητες απουσίες από το σχολείο-ιδιαίτερα τις πρωινές ώρες- ή είχε μειωμένη διάθεση να πάει στο σχολείο με πρόσχημα κάποια αδιαθεσία. Οι καθηγητές τής είχαν επισημάνει πως η Α.Α δεν καταφέρνει να έχει καλή επίδοση στα μαθήματα. Ήξερε πως η κόρη της ήταν «αδύναμη» στα μαθήματα, αλλά δεν είχε διαπιστώσει το μέγεθος του προβλήματος που αντιμετώπιζε το παιδί της. Παρά μόνο τις δύο τελευταίες μέρες πριν το συμβάν στο λεωφορείο, της είχε εκμυστηρευτεί η Α.Α πως λογομάχησε με μία συμμαθήτριά της, αλλά ντρεπόταν να πει κάτι για αυτό στους καθηγητές ή στο διευθυντή του σχολείου της. Η μητέρα της Α.Α κατηγόρησε τον εαυτό της που δεν «ανέλαβε» πρωτοβουλία να λύσει το θέμα μόνη της, αφήνοντας αιχμές και για τον πατέρα της Α.Α με τον οποίο έχει χωρίσει εδώ και αρκετά χρόνια.

Οι γονείς της Γ.Γ δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ στο σχολείο για όσο διάστημα φοιτούσε σε αυτό η κόρη τους. Κάποιος συνάδελφος είχε αναφέρει πως οι γονείς της ήταν διαζευγμένοι, αλλά και σχετικά παράξενοι και δύσκολοι άνθρωποι.

POINT OF VIEW OF THE COUNSELLOR IN THE SCHOOL:

Στο σχολείο δεν υπήρχε Σύμβουλος. Η σύμβουλος όμως από το Συμβουλευτικό Σταθμό Νέων, Β/θμιας Εκπ/σης, που ενημερώθηκε για το περιστατικό αργότερα επισήμανε τα ακόλουθα:
Η εγκατάλειψη της Γ.Γ από το φίλο της και η συναναστροφή της Α.Α με αυτόν αποτέλεσε τον εκλυτικό παράγοντα της βίαιης συμπεριφοράς της Γ.Γ προς την Α.Α. Ωστόσο, βαθύτερο κίνητρο ήταν η αδυναμία της Γ.Γ να διαχειριστεί τη ματαίωση που προκλήθηκε από την απόρριψη και την απώλεια της σχέσης. Η συμπεριφορά της προς την Α.Α συνιστά επιθετικότητα αμυντικού-επιβιωτικού χαρακτήρα, η οποία στόχευε στον επαναπροσδιορισμό της αυτοεκτίμησής της μέσω περιχαρακωμένων αναπαραστάσεων της διπολικής σχέσης φίλος-εχθρός. Αυτό το σχήμα εξασφάλιζε την ψυχική της προστασία από μια επικείμενη κατάρρευση, δεδομένης της έλλειψης άλλων επαρκών ψυχοπροστατευτικών μηχανισμών όπως η οικογένεια ή οι μαθησιακοί στόχοι.
Η στάση του θύματος- αδυναμία αντίδρασης, φόβος, απόκρυψη των απειλών – είναι απόρροια του γενικότερου ψυχολογικού της προφίλ. Έφηβη χαμηλής αυτοεκτίμησης, με διάχυτη ανασφάλεια, αίσθημα αναξιότητας, δυσλειτουργικές πεποιθήσεις, έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων. Αυτά τα στοιχεία ενίσχυσαν την εαυλωτότητά της, με συνακόλουθα την ανάπτυξη αποφυγών, όπως η άρνησή της να πηγαίνει στο σχολείο, και την εδραίωση στη συνείδηση του θύτη ότι καλώς στοχοποιήθηκε, εφόσον ευθύνεται για όσα υφίσταται και αξίζει να τα υποφέρει. Ένας φαύλος κύκλος που οδήγησε στην κλιμάκωση από τη λεκτική στο σωματική βία.
Η παρέμβαση του Διευθυντή αξιολογείται θετικά σε δύο επίπεδα. Το πρώτο αφορά το χειρισμό του περιστατικού, κατά τον οποίο επέδειξε διακριτικότητα, διάθεση συνεργασίας και ανέλαβε την παιδαγωγική του ευθύνη. Το δεύτερο αφορά στο γεγονός ότι το περιστατικό έγινε αφορμή για την ενίσχυση της παιδαγωγικής ευαισθησίας των εκπαιδευτικών, ώστε να αντιμετωπίζονται έγκαιρα και αποτελεσματικά τέτοια φαινόμενα.
Οι επιπτώσεις στη σχολική κοινότητα αυτού του γεγονότος ήταν προφανώς αρνητικές, αφού απειλήθηκε η συνοχή της σχολικής κοινότητας. Οι μαθητές χωρίστηκαν σε στρατόπεδα και οι περισσότεροι μάλιστα ή τάχθηκαν με το μέρος του ισχυρού άκριτα προκειμένου να διασφαλίσουν το ανήκειν στην ομάδα ή τήρησαν ουδέτερη στάση υιοθετώντας τη λογική ότι εφόσον δεν μας αφορά άμεσα, δεν αξίζει και να ασχοληθούμε.
Η παρέμβαση ενός συμβούλου στο σχολείο θα μπορούσε να κινηθεί σε δύο άξονες. Ο πρώτος θα αφορούσε την παρέμβαση στις μαθήτριες Γ.Γ και Α.Α σε επίπεδο ατομικής συμβουλευτικής σε επαναλαμβανόμενες συνεδρίες με στόχο την αναπλαισίωση των νοητικών και συναισθηματικών διεργασιών που διαμορφώνουν προσδοκίες, πεποιθήσεις, δεξιότητες και στόχους. Ο δεύτερος θα εστιαζόταν στην ενεργοποίηση, στο πλαίσιο της σχολικής κοινότητας, της διαμεσολάβησης ή κύκλων ποιότητας, αποτελούμενων από μαθητές, κατά προτίμηση εμπλεκομένους στο παρελθόν με περιστατικά βίας, με στόχο να δημιουργηθεί αίσθημα ευθύνης, προσοχής και επαγρύπνησης απέναντι στη βία.

POINT OF VIEW OF POLICY MAKERS:

Άτομα ευθύνης από την τοπική κοινωνία που να σχετίζονται με θέματα εκπαίδευσης δεν ενημερώθηκαν σχετικά με το θέμα. Ο Αντιδήμαρχος παιδείας που έτυχε αργότερα να ενημερωθεί για το περιστατικό, χαρακτήρισε θετική την αντιμετώπιση του συμβάντος από το διευθυντή και τους εκπαιδευτικούς και θεώρησε βασική έλλειψη από τα σχολεία την μη ύπαρξη συμβούλου-ειδικού που να μπορεί να επέμβει άμεσα.
Τόνισε την αναγκαιότητα της πρόληψης και όχι της θεραπείας ανάλογων περιστατικών. Θεωρεί απαραίτητη τη συνεργασία της σχολικής κοινότητας με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου (Αντιδημαρχία Παιδείας και Κοινωνικές υπηρεσίες) ώστε με παροχή ενημέρωσης και υποστηρικτικών υπηρεσιών όπως επισκέψεις στα σχολεία, σεμινάρια εκπαιδευτικών και γονέων, δράσεις με τις οποίες μπορούν να συρρικνώνονται τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις, να προλαμβάνονται ανάλογα περιστατικά και όχι να θεραπεύονται μετά την εκδήλωση τους.

CONCLUSIVE DEDUCTIONS:

Επί ένα μήνα η μαθήτρια Γ.Γ εκφόβιζε τη συμμαθήτριά της Α.Α επειδή την είχε παρατήσει ο φίλος της και είχε ξεκινήσει να κάνει παρέα με την Α.Α. Αν και η Γ.Γ είχε κακούς τρόπους, δε φανταζόταν κανείς πως απειλούσε και έκανε τη ζωή της Α.Α δύσκολη.
Η Α.Α, κρατούσε πολύ καλά κρυμμένο το μυστικό του εκφοβισμού από την Γ.Γ, γιατί φοβόταν τις συνέπειες των ύβρεων και των απειλών της Γ.Γ. Δε ζήτησε από κανέναν βοήθεια και δεν είχε αποκτήσει ακόμα το θάρρος στο νέο της σχολείο- στο οποίο μόλις είχε εγγραφεί- για να πει κάπου τον πόνο της.
Οι καθηγητές θεωρούσαν πως αυτή η «κλειστή» και μοναχική συμπεριφορά της Α.Α ήταν απλά αποτέλεσμα της προσαρμογής της στο νέο σχολείο που με τον καιρό θα άλλαζε, καθώς και απόρροια της χαμηλής της σχολικής επίδοσης, αφού δεν είχαν αντιληφθεί κάτι στη σχέση της Α.Α με την Γ.Γ.
Το περιστατικό αυτό «έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου» του εκφοβισμού και απετέλεσε την αφορμή να ανασκουμπωθούν γονείς, διευθυντές και καθηγητές στον παιδαγωγικό και κοινωνικοποιητικό τους ρόλο.
Ολοκληρώνοντας την παρούσα μελέτη περίπτωσης σχολικού εκφοβισμού θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει κινητοποίηση κατά του σχολικού εκφοβισμού και ιδιαίτερα επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον όλων των σχολικών παραγόντων στην πρόληψη αυτού του ανεπιθύμητου φαινομένου. Ας μάθουμε καλά πως και τα χέρια των εκπαιδευτικών σμιλεύουν την ψυχή ενός παιδιού και το μόνο που δε συγχωρείται στην εκπαιδευτική καριέρα και ειδικότερα όταν πρόκειται για ένα τέτοιο ζήτημα, είναι η απραξία.

Comments about this Case Study


I Am Not Scared Project
Copyright 2017 - This project has been funded with support from the European Commission

Webmaster: Pinzani.it