Lifelong Learning Programme

This project has been funded with support from the European Commission.
This material reflects the views only of the author, and the Commission cannot be held responsible for any use which may be made of the information contained therein

Also available in:

"I Am Not Scared" Project

Homepage > Case Studies > Document

Case Studies

TITLE OF THE CASE STUDIES:

Μία ρατσιστική διένεξη

SCENARIOS OF BULLYING EVENT::
  • Direct bullying
CAUSES OF BULLYING EVENT::
  • Ethnic-cultural differences
FACTUAL DESCRIPTION OF THE BULLYING EVENT:

Το περιστατικό σωματικής και λεκτικής βίας έγινε τον Οκτώβριο του 2010 στο προαύλιο χώρο του Γυμνασίου και ενώ τα παιδιά πραγματοποιούσαν την καθιερωμένη μηνιαία εκδρομή τους. Στο περιστατικό ενεπλάκησαν δύο μαθητές της Α΄ Γυμνασίου: ένα κορίτσι Αλβανικής καταγωγής που όμως γεννήθηκε στην Ελλάδα, η Ελένη και ένα αγόρι ελληνικής καταγωγής, ο Γιάννης.
Σύμφωνα με τους δύο μαθητές, η Ελένη που περίμενε στην ουρά για να ψωνίσει μικρογεύμα από το κυλικείο του σχολείου, σπρώχτηκε και υβρίστηκε από το Γιάννη ,ο οποίος της πήρε τη θέση. Τα δύο παιδιά ,που μάλωναν τακτικά, πιάστηκαν στα χέρια. Τελικά χωρίστηκαν χάρις στην επέμβαση των συμμαθητών τους.

RESPONSE IMPLEMENTED:

Στο περιστατικό επενέβησαν οι συμμαθητές των παιδιών όπου και τα σταμάτησαν. Επίσης ,το περιστατικό έγινε αντιληπτό και από τον υπεύθυνο εφημερίας καθηγητή του σχολείου, όπου οδήγησε τα δύο παιδιά στο γραφείο των καθηγητών.
Εντωμεταξύ ,έφτασε στο σχολείο, μετά από λίγη ώρα, η μητέρα του Γιάννη, δήθεν τυχαία, για να ρωτήσει τους καθηγητές για την πρόοδο του γιου της. Αργότερα η ίδια κάλεσε τον σύζυγό της και πατέρα του Γιάννη.
Συγκλήθηκε συμβούλιο των καθηγητών του σχολείου παρουσία των γονέων του μαθητή. Στο σχολείο εκείνη την ημέρα απουσίαζε , λόγω υγείας, η διευθύντρια του Γυμνασίου αλλά παρευρισκόταν ο υποδιευθυντής όπου συμβούλεψε τα δύο παιδιά «να τα βρουν» και προσπάθησε να εξομαλύνει την κατάσταση. Ποινές στους δύο εμπλεκόμενους δε δόθηκαν, ούτε κλήθηκαν ή ενημερώθηκαν οι γονείς της Ελένης. Οι γονείς της ενημερώθηκαν από την ίδια, όταν επέστρεψε από το σχολείο. Τα δύο παιδιά ζήτησαν συγνώμη ο ένας στον άλλον, ενώπιον των καθηγητών τους και των γονέων του Γιάννη, και το περιστατικό έλαβε τέλος.

IMPACT OF THE BULLYING ACTION:

Tο περιστατικό αυτό, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε αναστάτωση στους μαθητές της Α’ τάξης. Υπήρξε ένταση για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα μεταξύ των δύο μαθητών των οποίων η απόδοση άλλαξε.
Ο Γιάννης (θύτης) , στην προσπάθειά του να δείξει ότι μετάνιωσε για την πράξη του, σημείωσε μικρή πρόοδο, που όμως είχε και μεταπτώσεις. Ενώ έδειχνε υπέρμετρο ζήλο, είχε στιγμές κατά τις οποίες αδιαφορούσε πλήρως για τα μαθήματά του καθώς και να συμμετέχει σε οποιαδήποτε δραστηριότητα.
Η Ελένη είχε σαφή πτώση στην πρόοδό της καθώς έδειχνε να την απασχολεί το περιστατικό και να μην έχει διάθεση για συμμετοχή την ώρα του μαθήματος.
Οι σχέσεις των δύο παιδιών κατά τη διάρκεια των μαθημάτων ήταν «παγωμένες» για αρκετό καιρό. Αυτό επηρέασε και τους άλλους μαθητές οι οποίοι διχάστηκαν. Άλλοι υπερασπίστηκαν την Ελένη (οι λιγότεροι) και άλλοι τον Γιάννη. Έτσι όταν χρειαζόταν να δουλέψουν κατά ομάδες, υπήρχε αμηχανία αλλά και άρνηση να συνεργαστούν κάποια παιδιά μεταξύ τους.
Με την επιμονή και την υπομονή των εκπαιδευτικών εξομαλύνθηκαν αρκετά οι σχέσεις τους, μετά από λίγο καιρό, αν και δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως. Να σημειωθεί, ότι ακόμα και σήμερα, περισσότερο από έναν χρόνο μετά, οι σχέσεις του Γιάννη και της Ελένης μπορεί να μην έχουν εντάσεις, είναι όμως μάλλον ανύπαρκτες. Αρνούνται ακόμα να εργαστούν ως ομάδα, αλλά και να συμμετέχουν σε κοινές δραστηριότητες. Πάντα και οι δύο προτιμούν να συνεργαστούν με άλλα άτομα.
Η απόδοση της Ελένης είναι, γενικώς, χαμηλή καθώς , όπως υποστηρίζει, δεν έχει από κανέναν βοήθεια. Η οποία Ελένη όμως, δε την ζητάει και από κανέναν! Εμείς, οι εκπαιδευτικοί της, προσπαθούμε να την βοηθήσουμε όσο μπορούμε και να την ενεργοποιήσουμε, αλλά δεν έχει πάντα αποτελέσματα καθώς η ίδια διακρίνεται από ηττοπάθεια και έλλειψη αυτοπεποίθησης. Η Ελένη , μέχρι και σήμερα, δέχεται ενοχλητικά σχόλια ,από μαθητές κυρίως των άλλων τάξεων, που αφορούν την καταγωγή της αλλά και κάποια μορφή μικρής αναπηρίας που έχει , καθώς το ένα μάτι της είναι αρκετά μικρότερο από το άλλο. Ο Γιάννης δεν την ενοχλεί , όμως την ενοχλούν αρκετοί άλλοι. Αυτό την έχει περιθωριοποιήσει ως ένα βαθμό.
Το εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου προσπαθεί με διάφορες δραστηριότητες που της αναθέτει, σε συνεργασία με άλλα παιδιά , να την εντάξει στο κοινωνικό σύνολο και να την ενεργοποιήσει. Η ίδια πάντως, δε διεκδικεί με σθένος αυτά που θα ήθελε να κάνει ή να έχει. Όταν θέλει ,παραδείγματος χάρη, να συμμετέχει σε μια δραστηριότητα στην οποία θέλουν να συμμετέχουν και άλλοι συμμαθητές της ,αλλά η ανάθεση της δραστηριότητας αυτής μπορεί να γίνει σε έναν μόνο μαθητή, τότε συνήθως υποχωρεί πιστεύοντας ότι οι καθηγητές της δε θα την επιλέξουν. Σαφώς λοιπόν, διακρίνεται από ηττοπάθεια και γενικώς εγκαταλείπει εύκολα την οποιαδήποτε προσπάθειά της με αποτέλεσμα να έχει αυτό αντίκτυπο στην απόδοσή της.
Ο Γιάννης, από την άλλη μεριά, έχει πολλή αυτοπεποίθηση και η απόδοσή του είναι καλή , αν και όχι αρκετά καλή. Θεωρεί τον εαυτό του αρκετά έξυπνο και γι αυτό προσπαθεί λίγο, θεωρώντας ότι τα καταφέρνει και έτσι μια χαρά. Πάντως ,αν και δεν έχει προκαλέσει άμεσα άλλη φορά την Ελένη, εξακολουθεί να μην κάνει παρέα μαζί της. Γενικά, δείχνει να μη τον «απασχολεί» η Ελένη και ,δυστυχώς, μάλλον την αγνοεί.
Γενικώς , το σχολικό περιβάλλον είναι κατάλληλο για να αναπτυχθούν υγιείς σχέσεις, να διεξαχθούν δημοκρατικές διαδικασίες, οι μαθητές να είναι ενεργά μέλη της μαθητικής κοινότητας και να νιώθουν ασφάλεια. Ο διευθυντής και οι εκπαιδευτικοί του σχολείου κινούμαστε πάντα με γνώμονα την ασφάλεια των μαθητών μας και την συνείδηση ότι πρέπει να αισθάνονται οι μαθητές μας ότι ανήκουν σε ένα κοινωνικό σύνολο που τους νοιάζεται και που φροντίζει για την πρόοδό τους αλλά και την σωματική και ψυχική υγεία τους. Όποια θέματα προκύπτουν, πάντα με δημοκρατικές διαδικασίες, τα συζητάμε και φροντίζουμε για την καλύτερη δυνατή αντιμετώπισή τους, σε συνεργασία πολλές φορές με τους γονείς.

POINT OF VIEW OF VICTIM:

Η Ελένη γεννήθηκε στην Πάτρα από Αλβανούς γονείς που εργάζονταν εκεί. Μέχρι την Δ’ Δημοτικού πήγαινε σχολείο στην πάτρα , μια πόλη των 250.000 κατοίκων και ως τότε δεν είχε προβλήματα με τους συμμαθητές της. Στην ηλικία όμως των 9 ετών, οι γονείς της χώρισαν και η μητέρα της, που ξαναπαντρεύτηκε με έναν Έλληνα, μαζί με την Ελένη, τον μεγαλύτερο αδερφό της και φυσικά τον πατριό της , μετακόμισαν σε ένα μικρό χωριό. Από τότε ξεκίνησαν τα προβλήματα για την Ελένη. Η ζωή στο σπίτι της ήταν αρμονική όμως από τους συμμαθητές της στο Δημοτικό δεχόταν πειράγματα και «κοροϊδίες», όπως λέει, για την Αλβανική της καταγωγή. Αυτό συνεχίστηκε και στο Γυμνάσιο με αποκορύφωμα το περιστατικό με τον Γιάννη.
Σύμφωνα με την Ελένη, η αιτία για την επίθεση του Γιάννη είναι καθαρά ρατσιστική καθώς δεν είχαν προσωπικές διαφορές ούτε αυτοί , ούτε οι γονείς τους. Υπάρχει μάλιστα, συγγένεια μεταξύ του πατέρα του Γιάννη και του πατριού της Ελένης. Ο Γιάννης ,χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την έσπρωξε και της είπε: «Κάνε πιο κει , παλιοαλβανίδα, πουτάνα»! Τότε η Ελένη του δίνει ένα δυνατό χαστούκι και τα παιδιά πιάστηκαν στα χέρια, ενώ η Ελένη του έσκισε την μπλούζα. Τους χώρισαν οι συμμαθητές τους. Τον τσακωμό αντιλήφθηκε ο εφημερεύων καθηγητής ο οποίος ενημέρωσε τον υποδιευθυντή.
Η Ελένη δεν κάλεσε τους γονείς της, αλλά και το σχολείο επιδιώκοντας να μη δοθεί συνέχεια στο περιστατικό, δεν κάλεσε , ούτε ενημέρωσε τους γονείς της. Οι γονείς της ενημερωθήκαν από την ίδια, την Ελένη, όταν επέστρεψε από το σχολείο.
Η Ελένη θεωρεί φυσικό το ξέσπασμα που είχε απέναντι στο Γιάννη μιας και ανεχόταν για πολύ καιρό τα πειράγματά του και το κυριότερο, δεν είχε κάποιον να κουβεντιάσει για το πρόβλημά της και να την συμβουλέψει.

POINT OF VIEW OF BULLYING STUDENT(S):

Σύμφωνα με τον Γιάννη, ο λόγος που συχνά έκανε σχόλια για την Ελένη, ήταν ο τρόπος συμπεριφοράς της και όχι ότι ήταν Αλβανικής καταγωγής. Η Ελένη από την αρχή που την γνώρισε, ήταν ένα παιδί μοναχικό αλλά μερικές φορές οξύθυμο. Στα φυσιολογικά πειράγματα που κάνουν τα παιδιά μεταξύ τους αυτή αντιδρούσε έντονα και γινόταν επιθετική. Αυτός ήταν και ο λόγος που έδινε στόχο στον Γιάννη, αλλά και στα άλλα παιδιά για να την πειράζουν. Και ο «καλύτερος» τρόπος να την πειράζουν ήταν να κάνουν σχόλια για την καταγωγή της.
Εκείνη την ημέρα, τα παιδιά του Γυμνασίου είχαν ελεύθερο χρόνο και έπαιζαν μπάλα στο προαύλιο. Έτσι, όταν πήγε ο Γιάννης στο κυλικείο για να πάρει νερό και κολατσιό, έσπρωξε την Ελένη, για να πάρει την θέση της, ξεστομίζοντας ταυτόχρονα, τους ανάρμοστους χαρακτηρισμούς για αυτήν, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο.
Αμέσως μετά τον τσακωμό των δύο συμμαθητών, ο Γιάννης ένιωσε και αυτός προσβεβλημένος μιας και η Ελένη τον χαστούκισε δυνατά και του έσκισε την μπλούζα. Για αυτό τηλεφώνησε κρυφά στην μητέρα του ,από το κινητό του τηλέφωνο, η οποία έφτασε μετά από λίγο στο σχολείο με την δικαιολογία ότι ήθελε να ρωτήσει για την πρόοδο του γιού της.
Ο Γιάννης έδειξε μετανιωμένος για την πράξη του και γι αυτό άλλωστε ζήτησε συγνώμη από την Ελένη.

POINT OF VIEW OF OTHER STUDENTS:

Κάποιοι συμμαθητές των δύο παιδιών ήταν παρόντες την στιγμή του τσακωμού τους. Αρχικά «πάγωσαν» από τη συμπεριφορά και των δύο και δεν αντέδρασαν. Όμως στη συνέχεια, ένας φίλος του αγοριού, επενέβη και προσπάθησε να τους σταματήσει. Επικράτησε αναστάτωση για λίγη ώρα καθώς άλλα παιδιά πήραν το μέρος του Γιάννη και άλλα της Ελένης. Τα περισσότερα παιδιά συμφωνούν ότι δεν έπρεπε ο Γιάννης να συμπεριφερθεί με αυτόν τον τρόπο αλλά θεωρούν ότι και η Ελένη αντέδρασε υπερβολικά.
Για λίγο καιρό η ένταση αυτή μεταφέρθηκε στην τάξη, καθώς τα δύο παιδιά απέφευγαν ο ένας τον άλλον και αυτό δημιουργούσε προβλήματα.
Αν και σήμερα ο Γιάννης δεν ενοχλεί πια την Ελένη, υπάρχουν αρκετά παιδιά που το κάνουν! Σύμφωνα με αυτά, η αιτία είναι η εριστική της συμπεριφορά. Όπως λένε τα ίδια τα παιδιά, «τσιμπάει» και αυτός είναι ένας καλός λόγος για να την πειράζουν. Είναι «εύκολο» θύμα, λένε, λόγω της συμπεριφοράς της και όχι λόγω της καταγωγής της ή της μικρής δυσμορφίας που έχει στα μάτια της, όπως πιστεύει η ίδια. Ούτε αντιλαμβάνονται τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η συμπεριφορά τους στην ψυχική κατάσταση της Ελένης.

POINT OF VIEW OF TEACHERS:

Οι καθηγητές, άλλοι ενημερώθηκαν από τον υποδιευθυντή και άλλοι άκουσαν την φασαρία και έσπευσαν. Όμως, εκτός του εφημερεύων καθηγητή του διαδρόμου, κανείς άλλος δεν ήταν παρόν στο περιστατικό. Όλοι εξεπλάγησαν από την έκταση που είχε λάβει ο καυγάς των δύο παιδιών. Γνώριζαν ότι η Ελένη δεχόταν άσχημα σχόλια από τους συμμαθητές της, λόγω της καταγωγής της, αλλά δεν περίμεναν ότι ένας συνηθισμένος καυγάς θα έφτανε σε χειροδικία. Ούτε πίστευαν ότι ο Γιάννης, που μέχρι τότε δεν είχε δημιουργήσει πρόβλημα, θα ξεστόμιζε τόσο προσβλητικές λέξεις!
Αμέσως κάλεσαν τα δύο παιδιά στο γραφείο των καθηγητών για να δώσουν εξηγήσεις για την άπρεπη συμπεριφορά τους. Αυτά στην αρχή ήταν πολύ θυμωμένα το ένα με το άλλο και εξακολουθούσαν να είναι επιθετικά. Οι εκπαιδευτικοί προσπάθησαν να τα ηρεμήσουν και να τα λογικέψουν.
Εντωμεταξύ, καταφτάνει στο σχολείο η μητέρα του Γιάννη, η οποία ενημερώνεται για το περιστατικό και αντιλαμβανόμενη για τη σοβαρότητά του, ειδοποιεί το σύζυγό της, ο οποίος καταφθάνει και αυτός στο σχολείο. Μαλώνουν το γιό τους για την άπρεπη συμπεριφορά του, αλλά και την Ελένη που τον χτύπησε.
Γονείς και εκπαιδευτικοί συμβούλεψαν τα παιδιά να σέβονται ο ένας τον άλλο και να σκέφτονται πάντα ότι με τις πράξεις τους μπορεί να πληγώνουν τους άλλους. Αφού τα παιδιά ζήτησαν συγνώμη, επέστρεψαν στο προαύλιο.
Όταν οι εκπαιδευτικοί έμειναν μόνοι τους, συζήτησαν για το αν θα έπρεπε ή όχι να τιμωρηθούν τα δύο παιδιά. Έκριναν ότι το ίδιο το περιστατικό τους πρόσβαλλε και τους ντρόπιασε αρκετά ώστε να πήραν το μάθημά τους και συνεπώς μια επιπλέον τιμωρία θα ήταν περιττή.

POINT OF VIEW OF SCHOOL DIRECTORS:

Ο υποδιευθυντής του σχολείου ανέλαβε προσωπικά να μιλήσει στην Ελένη και τον Γιάννη και να τους πείσει ότι πρέπει να είναι όλοι μεταξύ τους αγαπημένοι και ότι όταν έχουν διαφορές τότε πρέπει να τις λύνουν με διάλογο και όχι με τη βία.
Έκτοτε, παρατηρούσε τη συμπεριφορά των δύο παιδιών και προσπαθούσε, μέσω κοινών εργασιών, να εξομαλύνει τις σχέσεις τους. Αρχικά το εγχείρημα ήταν δύσκολο, όμως σύντομα το περιστατικό ξεπεράστηκε και η ηρεμία επανήλθε στο τμήμα τους.
Η διευθύντρια του σχολείου, εκείνη την ημέρα, απουσίαζε για λόγους υγείας. Όταν επέστρεψε, όμως ενημερώθηκε για το περιστατικό από τον υποδιευθυντή. Θεωρώντας ότι καλώς έπραξαν οι συνάδελφοί της, δεν έδωσε έμφαση στο γεγονός. Τους παρότρυνε, όμως, να προσπαθήσουν να αναπτύξουν τα αντιρατσιστικά αισθήματα των παιδιών και με αφορμή κάποια μαθήματα στην κοινωνική και πολιτική αγωγή, στην νεοελληνική γλώσσα και στα νεοελληνικά κείμενα που διδάσκονται και στις τρεις τάξεις του γυμνασίου, να τους μιλήσουν για τον σεβασμό στις διαφορετικές εθνικότητες και πολιτισμούς, αλλά και για τις φοβερές συνέπειες της βίας.

POINT OF VIEW OF THE PARENTS OF THE PUPILS INVOLVED:

Οι γονείς του αγοριού, δε γνώριζαν ότι ο γιος τους ενοχλούσε με τα ρατσιστικά του σχόλια την Ελένη. Όπως υποστηρίζουν, ποτέ οι ίδιοι δε μίλησαν άσχημα για την Ελένη ή την οικογένειά της. Ούτε είχαν προβλήματα μαζί τους. Παραδέχονται όμως, ότι μερικές φορές έχουν μιλήσει υποτιμητικά γενικά για τους Αλβανούς. Αυτό, προφανώς, έχει δημιουργήσει μια εσφαλμένη εντύπωση στον Γιάννη για τον γείτονα λαό. Το περιστατικό αυτό, αιφνιδίασε τους γονείς του Γιάννη και τους έκανε να αντιληφθούν ότι έπρεπε να συζητούν περισσότερο με το γιο τους μιας και αυτός διένυε τη δύσκολη ηλικία της εφηβείας.
Από την άλλη μεριά, η μητέρα της Ελένης και ο πατριός της, γνώριζαν ότι είχε προβλήματα με κάποιους συμμαθητές της και αυτό τους στεναχωρούσε πολύ αλλά δεν έκαναν κάτι περισσότερο από αυτό! Από την μεριά της η Ελένη απέφευγε να λέει στους γονείς της τα πειράγματα που δεχόταν, αν και την ενοχλούσαν πολύ, γιατί δεν ήθελε να στεναχωριούνται. Και έτσι, τις περισσότερες φορές, δεν μοιραζόταν με κανέναν αυτά που συνέβαιναν στο σχολείο. Όταν κάποτε μίλησε στον μεγαλύτερο αδελφό της για κάποιους συμμαθητές της που την ενοχλούσαν, εκείνος ήθελε να βρει τα παιδιά εκτός σχολείου και να τα φοβερίσει. Αυτό φόβιζε ακόμα περισσότερο την Ελένη και απέτρεψε τον αδελφό της να ανακατευτεί. Φοβόταν ότι θα την κατηγορήσουν τα άλλα παιδιά, ότι δεν μπορεί να τους αντιμετωπίσει μόνη της και «κρύβεται» πίσω από τον αδελφό της. Από τότε, ούτε σε αυτόν μιλούσε για τα προβλήματά της.
Αν όμως, οι γονείς της Ελένης είχαν έρθει στο σχολείο να μιλήσουν με τους καθηγητές της για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η κόρη τους, ίσως και να είχαν μειωθεί αυτά.

POINT OF VIEW OF THE COUNSELLOR IN THE SCHOOL:

Δυστυχώς, το σχολείο δε ζήτησε τη βοήθεια του σχολικού συμβούλου σε εκπαιδευτικά θέματα, θεωρώντας την, προφανώς, μη αναγκαία.
Όμως, έπειτα από συζήτηση με αρκετούς μαθητές και κυρίως με την Ελένη, προκύπτει ότι θα ήθελαν να υπάρχει μόνιμα στο σχολείο τους ένας παιδοψυχολόγος για να τα συμβουλεύει και να τα καθοδηγεί. Πιστεύουν ότι έτσι θα έλυναν αρκετά από τα προβλήματά τους. Η παρέμβαση ενός ειδικού (ψυχολόγου ή κοινωνικού λειτουργού) είναι αναγκαία για τη διαχείριση παρόμοιων περιστατικών στο σχολείο. Η εφηβεία ως στάδιο ανάπτυξης και απαρτίωσης της ταυτότητας του ατόμου, χαρακτηρίζεται από αντιδράσεις όπως εχθρική στάση προς τους άλλους, έλλειψη αυτοπεποίθησης ή αίσθημα παντοδυναμίας. Βασική μέριμνα του Συμβούλου – Ψυχολόγου είναι η παροχή συναισθηματικής υποστήριξης στους μαθητές στην προσπάθεια τους να ανταποκριθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία αλλά και η ευαισθητοποίηση εκπαιδευτικών και γονέων ως προς τις ιδιαιτερότητες των παιδιών, ώστε να αντιμετωπιστούν συλλογικά τα προβλήματα που ανακύπτουν.

Η οικογένεια αποτελεί καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της ώριμης προσωπικότητας του παιδιού, καθώς και εκμάθησης κοινωνικά αποδεκτών συμπεριφορών και κανόνων. Επομένως, ο εκπαιδευτικός που διαχειρίστηκε το περιστατικό έπρεπε να ζητήσει από τους γονείς του θύματος να παραστούν στο σχολείο την ίδια ημέρα που συνέβη η επίθεση και να μιλήσει ταυτόχρονα και στις δύο οικογένειες, οι οποίες έχουν το ίδιο μερίδιο ευθύνης για τη συμπεριφορά των παιδιών τους. Είναι προφανές ότι η Ελένη φοβάται να μιλήσει στην οικογένεια της για ότι βιώνει στο σχολείο, νιώθει ανασφάλεια, δεν περιμένει ανταπόκριση στη κάλυψη των αναγκών της και ότι η οικογένεια του Γιάννη δεν γνωρίζει ότι το παιδί τους έχει διαμορφώσει γνωστικές αναπαραστάσεις επιθετικών συμπεριφορών ως αποτελεσματικά και κοινωνικά αποδεκτά μέσα αντιμετώπισης των συνομηλίκων του.
Η ενεργή συμμετοχή γονέων σε Σχολές Γονέων που συντονίζονται από ψυχολόγους στα σχολεία κρίνεται απαραίτητη για την επιμόρφωση τους με σκοπό να βελτιώσουν την επικοινωνία τους με τα παιδιά τους. Οι γονείς πρέπει να συζητούν με τα παιδιά τους για τη βία που παρατηρούν μέσα από τη τηλεόραση, σε βιντεοπαιχνίδια, ενδεχομένως στην γειτονιά και τις επιπτώσεις της. Σημαντική είναι και η διδασκαλία τρόπων επίλυσης συγκρούσεων, η επίδειξη των σωστών αντιδράσεων σε περίπτωση έντονων συναισθημάτων θυμού των παιδιών.
Γονείς αλλά και εκπαιδευτικοί πρέπει να βοηθήσουν όλα τα παιδιά να καταλάβουν την αξία της ενσυναίσθησης, της αποδοχής των παιδιών που έχουν μια ‘εκμεταλλεύσιμη αδυναμία’ και είναι διαφορετικά. Αλλοδαποί μαθητές συχνά εμφανίζονται ως θύματα, αλλά και συχνά κατηγορούνται ως θύτες βίαιων περιστατικών. Η πριμοδότηση κάποιων ελλήνων μαθητών από τους εκπαιδευτικούς συχνά οδηγεί στην πιθανότητα διαπολιτισμικής σύγκρουσης, και έξαρσης ρατσιστικών συμπεριφορών των μαθητών. Τα σχολεία πρέπει να αναπτύξουν σε αντίθεση με την καταπιεστική ομογενοποίηση που τα χαρακτηρίζει σήμερα, το σεβασμό της ετερογένειας και των ίσων δυνατοτήτων των μαθητών, ελληνικής και μη ελληνικής προέλευσης.

POINT OF VIEW OF POLICY MAKERS:

Το πρόβλημα που προέκυψε στο συγκεκριμένο σχολείο πηγάζει από τις ρατσιστικές διαθέσεις που υποβόσκουν στους μαθητές. Σίγουρα είναι ένα γεγονός το οποίο χειρίστηκαν με διακριτικότητα οι καθηγητές, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την απουσία της διευθύντριας. Ίσως η διευθύντρια θα έπρεπε να είχε καλέσει σε συνάντηση τους γονείς της μαθήτριας, καθώς από το ιστορικό της φαίνεται ότι πρόκειται για ένα παιδί που έχει προβλήματα προσαρμογής και στο οικογενειακό περιβάλλον, εκτός από το σχολικό. Βέβαια, θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως η ρατσιστική διάθεση του μαθητή προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από το οικογενειακό περιβάλλον το οποίο την καλλιέργησε. Για το λόγο αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να σχεδιαστεί μέσα στο σχολικό περιβάλλον μια εκπαιδευτική πολιτική που σκοπό θα έχει να μειώσει το ρατσισμό και να δημιουργήσει κλίμα συνεργασίας αξιοποιώντας θετικά τις κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στους μαθητές. Επιπρόσθετα, είναι αναγκαίο να υπάρχει εξατομικευμένη συζήτηση με το μαθητή-θύτη και το σχολικό σύμβουλο, αλλά και με τη μαθήτρια θύμα, η οποία, αν κριθεί αναγκαίο, θα παραπεμφθεί σε σχολικό ψυχολόγο.
Η υπηρεσία, λόγω του περιφερειακού της χαρακτήρα, παρέχει στα σχολεία το προσωπικό το οποίο είναι σε ετοιμότητα για καταστάσεις κρίσης σε σχολικά περιβάλλοντα, αρκεί να υπάρξει ενημέρωση. Επιπλέον, πραγματοποιεί εκδηλώσεις όπως ημερίδες με ενημερωτικό χαρακτήρα για γονείς και μαθητές, αλλά και επιμορφωτικές συναντήσεις με τους εκπαιδευτικούς, ώστε να καλλιεργηθεί κλίμα ευαισθητοποίησης σε θέματα πολυπολιτισμικότητας.

CONCLUSIVE DEDUCTIONS:

Σήμερα τα πράγματα στο σχολείο είναι λίγο καλύτερα. Όχι όμως καλά. Η Ελένη εξακολουθεί να δέχεται άσχημα σχόλια από τους συμμαθητές της, παρόλες τις προσπάθειες της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Προφανώς, ο ρατσισμός είναι βαθιά ριζωμένος στο συνειδητό μας αλλά και στο ασυνείδητό μας και είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί. Οι συμμαθητές της Ελένης δεν παραδέχονται ότι τρέφουν ρατσιστικά αισθήματα και δικαιολογούν τον εαυτό τους πιστεύοντας ότι φταίει η εριστική συμπεριφορά της. Ίσως, εν μέρει, να έχουν δίκιο. Γιατί όμως την πειράζουν με ρατσιστικά σχόλια και όχι με άλλο τρόπο;
Η Ελένη πάλι, έχοντας χάσει το χιούμορ της, θυμώνει πολύ εύκολα και τα παίρνει όλα πολύ σοβαρά. Παίρνει ως προσωπικές προσβολές ακόμα και τα ρατσιστικά ανέκδοτα. Ίσως δεν έχει άδικο! Η ύπαρξη και μόνο αυτών των ανεκδότων δείχνει πόσο ρατσιστές είμαστε! Όμως με τη συμπεριφορά της, μήπως γίνεται και αυτή ρατσίστρια; Θεωρεί, εκ προοιμίου, ότι όλοι οι Έλληνες έχουν κακές προθέσεις και θέλουν να την προσβάλλουν. Δεν πείθεται εύκολα για τις καλές προθέσεις κάποιου.
Το φαινόμενο του ρατσισμού, δυστυχώς, έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια και όσο και να προσπαθούμε μέσω της εκπαίδευσης να απαλλάξουμε τους μαθητές μας από ρατσιστικές συμπεριφορές, δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται και η πολιτεία να κάνει κάποια βήματα ακόμη για να βοηθήσει συνολικά την κοινωνία να απαλλαγεί από τις ρατσιστικές αντιλήψεις της.

Comments about this Case Study


I Am Not Scared Project
Copyright 2017 - This project has been funded with support from the European Commission

Webmaster: Pinzani.it